Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παμπακοβίλλης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μπαμπακοβίλλης [Μπαμπακοβίλλης (ο) ο άντρας με μαλακό και μικρό πέος. Συνεκδοχικά, ο ανίκανος σεξουαλικά].