Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παμπουλάριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. παμπούλα (1. πυώδες εξόγκωμα που εμφανίζεται στην επιδερμίδα και περιέχει ορώδες ή πυώδες υγρό. 2. μτφ. το βουναλάκι).

Συνώνυμα:

Παμπουλάριν (το)