Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παννυσ̌ία (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η παννυχίς, ο σησαμωτός άρτος που προσφέρουν οι χριστιανοί στις εκκλησίες και τις εορτές.