Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πανούκλα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η πανώλης. 2. μτφ. η στρίγγλα γυναίκα. 2. μτφ. η γυναίκα με πολύ κακό χαρακτήρα.