Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξησκολισμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο απόφοιτος σχολείου. 2. μτφ. α) ο πολύπειρος. β) ο αισχρός.