Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξησ̌σ̌ισμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο ξεσχισμένος. 2. ο κατασπαραγμένος. 3. γρατζουνισμένος. 4. μτφ. α) ο ανήθικος. β) ο έμπειρος. γ) ο αμαρτωλός.