Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηστομίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηστοματώ (ξεστομίζω, τολμώ ή αποφασίζω να πω κάτι το οποίο χρειάζεται θάρρος).