Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξητρουλλώνω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξητρουλλίζω (1. γεμίζω κάτι εντελώς, ως επάνω, απογεμίζω. 2. υπερισχύω υψομετρικά).

Συνώνυμα:

Ξητρουλλώ