Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξητρυπώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. αφαιρώ τις κλωστές του τρυπώματος. 2. βγαίνω από κάπου ξαφνικά και απρόσμενα. 3. μτφ. ανακαλύπτω κρυμμένο πρόσωπο ή πράγμα, συνήθως ύστερα από προσεκτική και υπομονετική αναζήτηση.