Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξήφκια (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

τα ξέφτια, το νήμα που κρέμεται από φθαρμένο ύφασμα.

Συνώνυμα:

Ξηφτίδκια (τα)