Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηφουρνίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ξεφουρνίζω, βγάζω κάτι από τον φούρνο. 2. μτφ. α) λέω κάτι που δεν έπρεπε. β) μιλώ άκαιρα, ξαφνικά.