Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηφουσκώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ξεφουσκώνω, ξεπρήζομαι. 2. μτφ. ξεθυμαίνω.

Συνώνυμα:

Ποφουσκώννω