Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηφτίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ξεφτίζω, διαλύω σε κλωστές. 2. εκφυλίζομαι, χάνω τη δύναμη ή την ποιότητά μου. 3. χάνω τη λάμψη μου. 4. ξεφλουδίζομαι, φθείρομαι και χάνω κομμάτια από την επίστρωσή μου. 5. ξηλώνω. 6. μτφ. α) χάνω την τιμή και την υπόληψή μου. β) χάνω την περιουσία μου.

Συνώνυμα:

Ξηφτώ