Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηφυλλίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ξεφυλλίζω, μαδώ. 2. γυρίζω τα φύλλα ενός περιοδικού ή βιβλίου διαβάζοντας βιαστικά και χωρίς πολλή προσοχή.