Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηχαρβαλλώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξεχαρβαλλώννω (1. ξεχαρβαλώνω. 2. φθείρομαι. 3. βγάζω. 4. συντρίβω).