Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξηχασκιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. ξηχασ̌ιάρης (ο ξεχασιάρης, ο λησμονιάρης).

Συνώνυμα:

Ξηχαστούρης, -α, -ιν