Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξιθκιάζουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξιδκιάζουμαι (1. έχω δυσπεπτική διαταραχή, δυσάρεστη ξινή γεύση στο στόμα που έρχεται από το στομάχι. 2. έχω το αίσθημα του εμετού).