Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξιθκιατός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ξίδκιασμαν (η ξινίλα, η δυσπεπτική διαταραχή, δυσάρεστη ξινή γεύση στο στόμα που έρχεται από το στομάχι).

Συνώνυμα:

Ξιδκιατό (ο)