Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξινίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. δίνω σε κάτι ξινή γεύση. 2. αποκτώ αίσθημα ξινής γεύσης. 3. αλλοιώνομαι και αποκτώ ξινή, δυσάρεστη γεύση (για τρόφιμα). 4. μτφ. εκδηλώνω τη δυσαρέσκειά μου με μορφασμούς.