Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξύστρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ξυστήριν (1. ο ξύστης, εργαλείο για ξύσιμο. 2. όργανο με το οποίο ξύνεται το τρίχωμα των ζώων, ιδίως των αλόγων, το ξυστρί).

Συνώνυμα:

Ξυστρίν (το)