Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξωδικλώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξωβικλώ (1. βλέπω σε άλλη κατεύθυνση. 2. παρακολουθώ. 3. κοιτάζω).