Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ολοστρόντζ̌υλος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο ολοστρόγγυλος, ο τελείως στρογγυλός. 2. μτφ. ο χοντρός