Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ολοτζ̌αίνουρκος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο ολοκαίνουριος.

Συνώνυμα:

Ολοτζ̌ίνουρκος, -η, -ον