Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ομπροστελλίνα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μπροστελλίνα (το μπροστινό λουρί που χρησιμοποιείτο στο σέλλωμα των γαϊδουριών για στερέωση του σαμαριού).