Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οντζ̌ιαρίσημος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

1. αυτός που έχει βάρος μία οντζιά [το 1/4 της οκάς (=100 δράμια)]. 2. μτφ. ο ανάξιος άνθρωπος.

Συνώνυμα:

περιφρ. "άνθρωπος της οντζ̌ιάς"