Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τρουμπώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. στρουμπώννω (σκύβω και επιδεικνύω τον πισινό μου).

Συνώνυμα:

Τουμπώννω