Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πλεζίριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πλαζίριν (η χαρά, η ευχαρίστηση, η τέρψη).

Συνώνυμα:

Πλασίριν (το)