Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πλιτταρένος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. πλιθθαρένος (ο φτιαγμένος από πλίνθους).

Συνώνυμα:

Πλιθθόχτιστος, -η, -ον