Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πλόκκον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μπλόκκον (το μπλόκο, η απαγόρευση εισόδου και εξόδου ή διέλευσης).