Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πλουμιστήρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το δώρο που μας δίνει κάποιος λόγω εορτής.

Συνώνυμα:

Πλουμίστρα, Πουλουστρένα, Πουλουστρίνα (η)