Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στητάτουρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βερκάτουρας (αυτός που τοποθετεί τα ξόβεργα).

Συνώνυμα:

Στηματούρος (ο)