Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στιάδιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σκιάδιν (η παράγκα, πρόχειρο οίκημα).

Συνώνυμα:

Στεάδιν (το)