Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στίμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η τίμηση. 2. ο σταθμητός. 3. η τιμή.

Συνώνυμα:

Στίμη (η)