Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσαλαπετεινός (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πουπούξ̌ιος (το μεταναστευτικό πουλί τσαλαπετεινός).