Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσαμπουνώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τσαμπουνίζω (1. μωρολογώ. 2. παίζω πνευστό μουσικό όργανο. 3. μτφ. μεμψιμοιρώ).