Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσ̌αντελέριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το καντηλέρι, το κηροπήγιο.

Συνώνυμα:

Τσ̌αντηλέριν (το)