Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσαρτελλούδιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τσαρτελλίν (1. το φυτό γεράνι. 2. η παστωμένη σαρδέλα).

Συνώνυμα:

Τσαρτελλούιν (το)