Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποδκειάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. παδκειάζω (1. έχω ελεύθερο χρόνο. 2. ευκαιρώ).

Συνώνυμα:

Παθκειάζω