Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ροδοκότσ̌ινος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο ροδοκόκκινος.

Συνώνυμα:

Ροοκότσ̌ινος, -η, -ον