Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στράτσ̌ιος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σταμπόχαρτον (το στυπόχαρτο, είδος χαρτιού που απορροφά τη νωπή μελάνη χειρογράφων).