Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στρουφούιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. στρουθίν (το μικρό σπουργίτι).

Συνώνυμα:

Στρουθούιν, Στρουφίν (το), [πληθ. Στρουθκιά, Στρουθούδκια, Στρουφκιά, Στρουφούδκια (τα)]