Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στρουφώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηστρουθώννω (1. παίρνω μπόι. 2. μεγαλώνω από βρέφος σε παιδί).

Συνώνυμα:

Ξηστρουφώννω, Στρουθώννω