Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Στυλλομμαδκιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

προσηλώνω απλανές το βλέμμα μου στο κενό από πνιγμό που έχω υποστεί.

Συνώνυμα:

Στυλλομμαθκιάζω