Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσιλημπουρτώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τσιλημπουρτίζω [έχω ερωτικές σχέσεις (κυρίως εξωσυζυγικές)].