Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποδκιασ̌σ̌ελλωμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

αυτός που συνήθως περπατά με τα σκέλη ανοικτά.

Συνώνυμα:

Ποδκιασ̌σ̌ελλωτός, -ή, -όν