Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποθάρρεμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ποθάρεμμαν (1. να παίρνει κανείς θάρρος. 2. η πίστη στις ικανότητες ή τις αρετές κάποιου).