Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποθαρρώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηθαρρεύκω (1. ξεθαρρεύω. 2. ξεψαρώνω. 3. έχω πίστη).

Συνώνυμα:

Ποχαρρώ