Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσιππόπιττα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καϊμακκόπιττα [κυπριακό γλυκό που γίνεται με χειροποίητα φύλλα και τσίπα (η κρούστα στην επιφάνεια ρευστών ή υγρών)].