Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσιρίντζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τσιριγκούιν (1. ο μεζές. 2. το στραπατσαρισμένο ύφασμα. 3. τμήμα τηγανητού κρέατος).