Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσούννα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. βλόμος (τοξικό και γαλακτώδες φυτό). 2. η φουσκάλα. 3. το κατεστραμμένο σύκο 3. μολυσμένο σπυρί.